Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 14 Νοεμβρίου 2021 – Άγιος Φίλιππος ο Απόστολος

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 14 Νοεμβρίου 2021 – Άγιος Φίλιππος ο Απόστολος

Ευαγγέλιο: ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ι/ 25 – 37 – 25 Καί ιδού νομικός τις ανέστη εκπειράζων αυτόν καί λέγων Διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;
26 ο δέ είπε πρός αυτόν Εν τώ νόμω τί γέγραπται; πώς αναγινώσκεις; 27 ο δέ αποκριθείς είπεν Αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου εξ όλης τής καρδίας σου καί εξ όλης τής ψυχής σου καί εξ όλης τής ισχύος σου καί εξ όλης τής διανοίας σου, καί τόν πλησίον σου ως σε αυτόν 28 είπε δέ αυτώ Ορθώς απεκρίθης τούτο ποίει καί ζήση. 29 ο δέ θέλων δικαιούν εαυτόν είπε πρός τόν Ιησούν Καί τίς εστί μου πλησίον; 30 υπολαβών δέ ο Ιησούς είπεν Άνθρωπός τις κατέβαινεν από Ιερουσαλήμ εις Ιεριχώ, καί λησταίς περιέπεσεν οί καί εκδύσαντες αυτόν καί πληγάς επιθέντες απήλθον αφέντες ημιθανή τυγχάνοντα. 31 κατά συγκυρίαν δέ ιερεύς τις κατέβαινεν εν τή οδώ εκείνη, καί ιδών αυτόν αντιπαρήλθεν. 32 ομοίως δέ καί Λευίτης γενόμενος κατά τόν τόπον, ελθών καί ιδών αντιπαρήλθε.

33 Σαμαρείτης δέ τις οδεύων ήλθε κατ αυτόν, καί ιδών αυτόν εσπλαγχνίσθη, 34 καί προσελθών κατέδησε τά τραύματα αυτού επιχέων έλαιον καί οίνον, επιβιβάσας δέ αυτόν επί τό ίδιον κτήνος ήγαγεν αυτόν εις πανδοχείον καί επεμελήθη αυτού

35 καί επί τήν αύριον εξελθών, εκβαλών δύο δηνάρια έδωκε τώ πανδοχεί καί είπεν αυτώ επιμελήθητι αυτού, καί ό,τι άν προσδαπανήσης, εγώ εν τώ επανέρχεσθαί με αποδώσω σοι. 36 τίς ούν τούτων τών τριών πλησίον δοκεί σοι γεγονέναι τού εμπεσόντος εις τούς ληστάς; 37 ο δέ είπεν Ο ποιήσας τό έλεος μετ αυτού. είπεν ούν αυτώ ο Ιησούς Πορεύου καί σύ ποίει ομοίως.

Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ι/ 25 – 37

25 Καί ιδού εκεί, πού εκάθηντο, εσηκώθη κάποιος νομοδιδάσκαλος μέ τόν σκοπόν νά πειράξη τόν Χριστόν καί νά αποδείξη, ότι δέν εγνώριζε τόν νόμον, καί είπε Διδάσκαλε, ποίον έργον αρετής ή ποίαν θυσίαν πρέπει νά κάμω διά νά κληρονομήσω τήν μακαρίαν καί παντοτεινήν ζωήν; 26 Ο Κύριος δέ τού είπεν Εις τόν νόμον τί έχει γραφή; Σύ πού σπουδάζεις καί ερευνάς τόν νόμον, τί αναγινώσκεις εκεί περί τού ζητήματος αυτού καί πώς τό αντιλαμβάνεσαι;

27 Ο νομικός δέ απεκρίθη καί είπεν Εις τόν νόμον είναι γραμμένον Νά αγαπάς Κύριον τόν Θεόν σου μέ όλην τήν καρδίαν σου, ώστε εις αυτόν εξ ολόκληρου καί μέ όλα τά βάθη τής εσωτερικής καί πνευματικής υπάρξεώς σου νά είσαι παραδομένος, καί μέ όλην σου τήν ψυχήν, ώστε μέ όλον τό συναίσθημά σου αυτόν νά ποθής, καί μέ όλην τήν θέλησιν καί δύναμίν σου, ώστε κάθε τι πού θά ενεργής νά είναι σύμφωνον πρός τό θέλημά του, πρός εφαρμογήν τού οποίου πρέπει νά εργάζεσαι μέ όλην τήν δύναμίν σου καί μέ δραστηριότητα ακούραστον, καί μέ τόν νούν σου ολόκληρον οφείλεις νά τόν αγαπάς, ώστε αυτόν πάντοτε νά σκέπτεσαι. Νά αγαπάς δέ καί τόν πλησίον σου, όσον καί όπως αγαπάς τόν εαυτόν σου.

28 Είπε δέ πρός αυτόν Ορθήν απάντησιν έδωκες. Αυτό, πού είπες, φρόντιζε νά κάνης πάντοτε καί θά ζήσης εν τή βασιλεία τού Θεού ως κληρονόμος ταύτης. 29 Ο νομοδιδάσκαλος όμως θέλων νά δικαιολογήση τόν εαυτόν του, επειδή, καθώς απεδείχθη, έθεσεν εις τόν Ιησούν ερώτημα, επί τού οποίου τού ήτο γνωστή η απάντησις, είπε πρός τόν Ιησούν Καί ποίον σύμφωνα μέ τήν Γραφήν πρέπει νά θεωρώ πλησίον μου;

30 Έλαβε δέ τότε τόν λόγον ο Ιησούς καί είπε Κάποιος άνθρωπος κατέβαινεν από τά Ιεροσόλυμα εις τήν Ιεριχώ καί έπεσεν εις ενέδραν καί καρτέρι ληστών, οι οποίοι δέν ηρκέσθησαν νά τού πάρουν μόνον τά χρήματα, αλλά καί τόν έγδυσαν, επί πλέον δέ καί τόν επλήγωσαν καί έφυγαν αφήσαντες αυτόν μισοπεθαμένον.

31 Κατά σύμπτωσιν δέ κάποιος ιερεύς κατέβαινεν εις τόν δρόμον εκείνον, καί μολονότι τόν είδεν, επέρασεν από τό απέναντι μέρος τού δρόμου, χωρίς νά τού δώση βοήθειαν ή προσοχήν. 32 Ομοίως δέ καί κάποιος Λευίτης έφθασεν εις τό μέρος εκείνο καί αφού επλησίασε καί είδε τόν πληγωμένον, απεμακρύνθη αμέσως καί επέρασε καί αυτός από τό απέναντι μέρος τού δρόμου. 33 Ένας Σαμαρείτης όμως, πού διέβαινεν από τόν δρόμον εκείνον, ήλθεν εις τό μέρος, όπου κατέκειτο ούτος, καί όταν τόν είδε, τόν ελυπήθη καί τόν επόνεσε.

34 Καί αφού τόν επλησίασε, τού έδεσε μέ επιδέσμους τά τραύματά του, αφού προηγουμένως τά έπλυνε καί τά ήλειψε μέ λάδι καί μέ κρασί. Καί αφού τόν ανέβασεν εις τό ζώον του, τόν επήγεν εις κάποιο χάνι καί τόν επεριποιήθη, διακόψας τό ταξίδιόν του.

35 Καί τήν άλλην ημέραν τό πρωί εβγήκεν από τό μέρος, πού είχε διανυκτερεύσει καί αφού έβγαλε δύο δηνάρια, τά έδωκεν εις τόν ξενοδόχον καί τού είπε Περιποιήσου τον διά νά γίνη καλά. Καί ό,τι εξοδεύσης παραπάνω, εγώ, όταν επιστρέφω εις τήν πατρίδα μου καί περάσω πάλιν απ εδώ, θά σού τά εξοφλήσω. 36 Λοιπόν, συνεπέρανεν ο Ιησούς, ποίος από τούς τρείς αυτούς σού φαίνεται, ότι επετέλεσε τό πρός τόν πλησίον καθήκον καί απεδείχθη διά τών πραγμάτων πλησίον καί αδελφός εκείνου, πού έπεσεν εις τά χέρια τών ληστών;

37 Αυτός δέ είπε Πλησίον του απεδείχθη αυτός, πού τόν επόνεσε καί τόν ηλέησεν. Είπε λοιπόν εις αυτόν ο Ιησούς Πήγαινε καί κάνε τό ίδιο καί σύ. Δείκνυε δηλαδή συμπάθειαν εις κάθε πάσχοντα, χωρίς νά εξετάζης, άν αυτός είναι συγγενής σου ή συμπατριώτης σου, καί χωρίς νά λογαριάζης τάς θυσίας καί τούς κόπους καί τάς δαπάνας, πού θά υποστής διά νά βοηθήσης καί νά συντρέξης τόν πάσχοντα, έστω καί άν αυτός είναι εχθρός σου. Έτσι καί ο Χριστός, πού οι εχθροί του τόν ύβριζαν Σαμαρείτην, εδείχθη εις τήν καταπληγωμένην καί μισοπεθαμένην από τάς αμαρτίας ανθρωπότητα ο καλός καί αγαθός Σαμαρείτης, πού διά νά τήν ιατρευση από τάς πληγάς της όχι μόνον κόπους υπέστη, αλλά καί εις θάνατον σωματικόν υπεβλήθη.