ΤΑ ΛΑΖΑΡΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΒΑΞΙΑΣ

ΤΑ ΛΑΖΑΡΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΒΑΞΙΑΣ

Σαν ήρθε το δειλινό της Παρασκευής…
Τα Λαζαρούδια έβαλαν τα χοντρά τους ρούχα, γιατί ο βοριάς φύσαγε δυνατά, (είναι βλέπεις κι αυτός αντίμαχος φέτος), πήραν στα χέρια το κασάρι και την τριχιά της βάβως που κουβάλαγε το ζαλίκι και κίνησαν για την δάφνη της Εκκλησιάς.
Τι κι αν ήταν το κλαρί ψηλό, έκανε σκαλοπάτα ο ένας στον άλλο έκοψαν ένα χοντρό κλωνάρι, το λιάνισαν, το έκαναν δεμάτι το φόρτωσαν και με τις μύτες κόκκινες από το κρύο, κρύφτηκαν μέσα στο κατώι.
Κατέβασαν τα κυπριά τους που τα είχαν κρυμμένα από πέρσι απάνω στ’ αμπάρι, σκούπισαν τον κουρνιαχτό και τα σφαλάγκια, βάρεσαν τα κλειδιά για να σφίξουν, βρήκαν και το Λαζαρόξυλο κι άρχισαν να στρώνουν τα κλωνάρια της δάφνης στη σανίδα.
Πρέπει να είναι γερά αραδιασμένα έλεγαν, γιατί αύριο τι νίλα θα τραβήξουν αυτά τα κυπριά…!!!
Θα ξεκινήσουμε από την παλιό-γκορτσιά και θα φτάκουμε στη Μπιρνίτσα ίσια με εκατό σπίτια.
Βέβαια είναι κι εκείνα τα Τσιακαλέϊκα σκυλιά στο δρόμο, αλλά θα τα σιάσουμε με τα κοτρόνια… άσε που μπορεί να τα χουν δέσει οι νοικοκυραίοι τους για να μην χύνονται αύριο στα Λαζαρούδια.
Κι αν δεν πάψη ως αύριο ο Βοριάς;
Θα πάρουμε τα κατσιούλια μας κι αν ζεστάνει τα κρύβουμε σε κανέναν κέδρο και τα παίρνουμε στο γύρισμα.
Κι άμα πεινάσουμε στη στράτα;;; θα χαλέψουμε ψωμί στη Θειάκω, θα μας βάλει και να φάμε.
Θα πάνε τα παιδιά του αδερφού της στην πόρτα της να της πουν τον Λάζαρο και θα τα αφήκει νηστκά; χώρια που μπορεί να μας δώκει κι από 5 δεκάρες τον καθ’ ένα.
Κι αν έχουν τα λαγκάδια πολύ νερό; θα ρίξουμε κανά λιθάρι μέσα… λίγο παραπάν λίγο παρακάτ θα διαβούμε πέρα!
Ο ένας θα κουβαλάει τα κυπριά κι ο άλλος το καλάθι με τ’ αυγά, κι αν αποστένουμε, θα καθόμαστε και θα τ’ αλλάζουμε.
Μ’ αυτά και με τ’ άλλα απόσωσαν το στόλισμα… έστησαν τα κυπριά ορθά ανάμεσα στον τάλαρο και το βαένι , έκλεισαν και την πόρτα απ το κατώϊ, έδεσαν την σκύλα στη συκιά να μην αλυχτάει τους διαβάτες κι ανέβηκαν στην σπιτομάνα.
Έφαγαν λίγο φαΐ που είχε απομείνει από το γιόμα, είπαν της Βάβως να τα σηκώσει αχάραγα να πάνε για τον Λάζαρο, έκαναν το Σταυρό τους κοιτώντας τα Εικονίσματα, τράβηξαν το σάϊσμα ως τ’ αυτιά κι ας φύσαγε τώρα όσο ήθελε όξω ο Βοριάς.
Έτσι χαρούμενα κοιμήθηκαν τα δυο παιδιά, το ένα δίπλα απ’ άλλο καρτερώντας την αυριανή μέρα!
Εκεί όμως που κόντευε να ξημερώσει (Ω Θεέ μου τι όνειρο ήταν αυτό…!!!). Είδαν στον ύπνο τους ότι σάμα είχαν περάσει λέει 40 – 50 χρόνια.
Τα σπίτια στο χωριό τους άλλα είχαν γκρεμιστεί, κι άλλα τα είχαν ζώσει τα βάτια και τα γκούρμπενα. Ούτε κόσμος, ούτε Βιό, ούτε σκυλιά ακουγόνταν πουθενά… ερημιά απ’ άκρη σ’ άκρη.
Τα Λόγκα τράνεψαν, οι στράτες έκλεισαν και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, είχε πέσει και μια αρρώστια σ’ ολόκληρο τον ντουνιά που πέθαιναν ο κόσμος σαν τις μύγες, κι ούτε Λάζαρο θα έλεγαν φέτος, ούτε Βάϊα θα έπαιρναν, ούτε Επιτάφιο θα στόλιζαν, ούτε Ανάσταση θα έκαναν….
Ξύπνησαν τάχατες κι έτρεμαν απ’ το φόβο τους.
Εμείς θα τον πούμε τον Λάζαρο… είπαν θυμωμένα! Θα πάμε να τον πούμε στην Παναγία… αλλά όταν έφτασαν εκεί και η Παναγία ήταν κλειστή και η πόρτα σφαλισμένη!
Και βρέθηκαν λέει… σ’ ένα άλλον τόπο, μπροστά σε μια άλλη Εκκλησιά που είχε κι αυτή την πόρτα της κλειστή.
Και τα καημένα τα Λαζαρούδια της Βάξιας τι να κάναν;;; άρχισαν να χτυπούν τα κυπριά τους και με δάκρυα στα μάτια, είπαν κλαίγοντας τον Λάζαρο εκεί….
ΠαπαΝικόλας