Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου

Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου

Η Θεία Λειτουργία είναι το κυριώτερο μυστήριο της Εκκλησίας αφού η σύσταση του έγινε από τον ίδιον τον Ιησού κατά τον Μυστικό Δείπνο στο υπερώον της Ιερουσαλήμ κι επειδή, μέσω αυτού και με τη μετάληψη της Θείας Κοινωνίας, ενώνονται οι πιστοί με τον Θεό.[1]

Η Θεία Λειτουργία σηματοδοτεί τη ζώσα παρουσία του Χριστού εν τω μέσω των πιστών και πραγματώνει την αλήθεια της Εκκλησίας ως Σώμα του Ζώντος Χριστού εις τους αιώνας.

Ό άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ένας από τους μεγάλους Μυστικούς Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ερμηνεύοντας το μέγα μυστήριο της Θείας Λειτουργίας τονίζει ότι σκοπός της τελέσεως της είναι ο αγιασμός των πιστών μέσω της Θείας Μεταλήψεως για αυτό και πρέπει να συμμετέχουν στο ποτήριο της Θείας Ευχαριστίας κι όχι να παρίστανται σαν απλοί θεατές του μυστηρίου.

Ο Απόστολος Παύλος διδάσκει ότι εκείνος που ενώνεται με τον Κύριο, γίνεται ένα πνεύμα με Αυτόν (Α΄ Κορ. 6:17).

Στη Διδαχή των Αποστόλων, που γράφτηκε κατά τα τέλη του α μ.Χ. αιώνος υπάρχουν μερικές λειτουργικές ευχές που συνιστούν τον πυρήνα της Θείας Λειτουργίας εκείνης της περιόδου και στο τέλος των ευχών διαβάζουμε «τοῖς δὲ προφήταις ἐπιτρέπεται εὐχαριστεῖν, ὅσα θέλουσιν». (10, 7).

Είναι χαρακτηριστικό ότι τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας – σε εποχές διωγμών και βασανιστηρίων μέχρι εξοντώσεως – οι πιστοί κοινωνούσαν καθημερινώς ώστε να ενδυναμούνται και να αντιμετωπίζουν το μαρτύριο.

Έτσι, όταν κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, μετά το Τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας, απαγορεύεται η τέλεση της Θείας Λειτουργίας, η Εκκλησία όρισε να τελούνται οι Λειτουργίες των Προηγιασμένων Δώρων ώστε να μεταλαμβάνουν συνεχώς οι πιστοί.

Ας σημειώσουμε εδώ ότι κατά τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας οι πιστοί κοινωνούσαν λαμβάνοντας ανά χείρας τον άρτο της Θείας Ευχαριστίας, ενώ μετελάμβανον από το ιερό ποτήριον, όπως κάνουν οι ιερείς έως σήμερα.[2]

Σε όσους δεν μπορούσαν να προσέλθουν για να λάβουν τα Τίμια Δώρα η Θεία Ευχαριστία εστέλλετο δια των διακόνων της εκάστοτε εκκλησίας με τη μορφή μόνον καθαγιασμένου Άρτου εμβαπτισμένου στο Τίμιον Αίμα, όπως κάνουν οι Ρωμαιοκαθολικοί έως σήμερα.

Επειδή όμως παρατηρούντο περιπτώσεις «λαθροκοινωνίας» αφού μπορούσαν να μεταφέρουν τη Θεία Κοινωνία στα σπίτια, η Εκκλησία αποφάσισε να κοινωνούν οι πιστοί Σώμα και Αίμα Χριστού δια της ιεράς Λαβίδος.

Ο καθαγιασμός των Τιμίων Δώρων, η αναίμακτος θυσία που τελείται στη Θεία Ευχαριστία διακηρύσσει τον θάνατο, την Ανάσταση και την Ανάληψη του Ιησού καθώς τα προσφερόμενα δώρα μεταβάλλονται στο ίδιο το Σώμα του Κυρίου και συμβολίζουν την ενσάρκωση Του στον κόσμο, τα θαύματα και τη Διδασκαλία Του.

Το μέρος της Θείας Λειτουργίας που έπεται της αναιμάκτου θυσίας συμβολίζει την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους, την επιστροφή του πεπτοκότως ανθρώπου στην προπτωτική περίοδο της Χάριτος και την κοινωνία με τον Θεό.

Η Λειτουργική διαμόρφωση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας χωρίζεται σε τρία μέρη: α) Προσκομιδή ή Πρόθεση των Τιμίων Δώρων, β) Λειτουργία των Κατηχουμένων και γ) Λειτουργία των Πιστών.

Στο πρώτο μέρος περιλαμβάνονται η προετοιμασία και εισαγωγή των Τιμίων Δώρων και συμβολίζονται τα χρόνια του Χριστού -Λόγου πριν την ενσάρκωσή του.

Ονομάζεται δε αυτό το μέρος της Θείας Λειτουργίας «Προσκομιδή» λόγω του ότι του προετοιμάζονται τα προσκομιζόμενα δώρα για το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας επάνω στην κόγχη του Αγίου Βήματος, που ευρίσκεται στα αριστερά της Αγίας Τραπέζης.

Εκεί τοποθετούνται αρχικώς ο άρτος και ο οίνος που προσφέρουν οι πιστοί και αφιερώνονται στον Θεό ως Τίμια Δώρα.

Ο κάθε πιστός που θα θελήσει να προσφέρει δώρα για να τελεσθεί η Θεία Λειτουργία θα πρέπει να έχει καθαρή ψυχή και, σύμφωνα με την Ευαγγελική επιταγή, να έχει συμφιλιωθεί πρώτα με όλους τους συνανθρώπους του, αλλιώς τα δώρα του δεν γίνονται δεκτά. (Ματθ. 5:23 -24).

Οι πιστοί με τον άρτο και τον οίνο προσφέρουν τα εφόδια της πρόσκαιρης ζωής και ο Χριστός αντιπροσφέρει στο πλήρωμα της Εκκλησίας Του Άρτον Ουράνιον και Ποτήριο Ζωής, την ίδια την αιώνια ζωή.

Αυτό το μέρος τώρα τελείται στην ακολουθία του Όρθρου με αποτέλεσμα να τελείται εκτός αυτού που σήμερα ονομάζουμε Θεία Λειτουργία.

Ακολουθεί ως δεύτερο μέρος η Λειτουργία των Κατηχουμένων που αρχίζει με το «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος …» και τελειώνει μετά το Ευαγγέλιο και τις ευχές των Κατηχουμένων.

Αυτό το μέρος συμβολίζει τη ζωή του Κυρίου μεταξύ της Ενσαρκώσεως και των Παθών. Για αυτόν τον λόγο ψάλλονται οι σχετικοί ύμνοι και διαβάζονται οι ευχές και οι περικοπές του «Αποστόλου» και των Ευαγγελίων.

Από τα Άγια, που ψάλλονται σε αυτό το μέρος της Θείας Λειτουργίας, το πλήρωμα των πιστών μεταβαίνει στα Άγια των Αγίων, κατά τη Λειτουργία των πιστών, και συμβολικά μεταφέρεται από την παρούσα ζωή, στην αιώνιο.

Η ονομασία της Λειτουργίας των κατηχουμένων σήμερα ουσιαστικά εκλείπει, καθώς οι θύρες μετά την προσφώνηση του ιερέως δεν κλείνουν και επαφίεται στην θέληση του κατηχούμενου μέλους – εάν υπάρχει εντός του ναού κατηχούμενο μέλος - η παραμονή του ή όχι κατά τη Θεία Λειτουργία, αν και κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται.

Στο τρίτο και κυριώτερο τμήμα τώρα, που είναι η Λειτουργία των Πιστών οι πιστοί βιώνουν τον Μυστικό Δείπνο, τα Πάθη του Κυρίου, την εκ νεκρών ένδοξή Του Ανάσταση και την Ανάληψή του στους ουρανούς.

Αυτό το μέρος της θειας Λειτουργίας είναι και το ουσιωδέστερο διότι περιλαμβάνει το Μέγα μυστήριο της Εκκλησίας που δεν είναι άλλο από τη Θεία Ευχαριστία.

Η Λειτουργία των πιστών ξεκινά με τον Χερουβικό ύμνο και ολοκληρώνεται με την Απόλυση.

Στο ορθόδοξο λειτουργικό τυπικό υπάρχουν διάφοροι λειτουργικοί τύποι που διαμορφώθηκαν κατά τη μακραίωνη λειτουργική πορεία και ζωή της Εκκλησίας.

Με βάση τη Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, που θεωρείται και η αρχαιότερη και πιο μακροσκελής λειτουργία της Εκκλησίας, διεμορφώθησαν και οι υπόλοιπες λειτουργίες που τελούνται έως σήμερα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, με πιο γνωστή εκείνην του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Η Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου επικράτησε να τελείται πλέον μόνον δύο φορές τον χρόνο, την ημέρα μνήμης του Αγίου, στις 23 Οκτωβρίου, καθώς και την Κυριακή μετά τα Χριστούγεννα.

Τόσον η Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, όσο και η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και εκείνη των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων, ανήκουν στο Βυζαντινό Τυπικό της Εκκλησίας.

Όλες τους δε αποτελούν επιτομή και σύντμηση της Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου, μικρασιατικής Λειτουργίας η οποία είναι η πλέον μεγαλοπρεπής αλλά και η πιο μακροσκελής μετά αυτήν του Αγίου Ιακώβου.

Η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου προέρχεται από την τοπική εκκλησία των Ιεροσολύμων και είναι η πλέον μακροσκελής, ενώ η πιο σύντομη είναι εκείνη του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου που είναι της Κωνσταντινουπόλεως και η οποία, εξ’ αιτίας ακριβώς της συντομίας της επικράτησε και τελείται καθ’ όλην τη διάρκεια του έτους.[3]

Αυτό ήταν πολύ φυσικό διότι με την πάροδο του χρόνου και τη μείωση – έως και εξαφάνιση - των ενθουσιαστικών τάσεων στην Εκκλησία, οι οποίες κυριαρχούσαν τις πρώτες δεκαετίες της ιστορικής πορείας του Χριστιανισμού, δημιουργήθηκε η ανάγκη της συντομεύσεως των ακολουθιών και του λειτουργικού χρόνου.

Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση μάλιστα, ο Μέγας Βασίλειος νήστευσε και προσευχήθηκε για καιρό ζητώντας από τον Κύριο να του φανερώσει με ποιον τρόπον θα μπορούσε να μειώσει τον μακρό χρόνο τελέσεως της Θείας Λειτουργίας, όπως ήταν το αίτημα των πιστών.

Τότε είδε σε όραμα τον Κύριο με τους Αποστόλους να συλλειτουργούν, τελώντας τη Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, αλλά λέγοντας πιο συντετμημένες τις ευχές της.

Ο Άγιος Βασίλειος κατέγραψε, σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας, τις ευχές με τον τρόπο με τον οποίον τις εκφωνούσε ο Κύριος κι έτσι συνέθεσε τη δική του Θεία Λειτουργία η οποία τελείται πλέον δέκα φορές ανά έτος.

Ο επίσης Καππαδόκης πνευματικός του αδελφός, Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ήταν εκείνος που καθιέρωσε τη Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου στην Κωνσταντινούπολη, τη Βασιλεύουσα πόλη, απ’ όπου και μεταφέρθηκε στον μεγάλο λιμένα της Αυτοκρατορίας στη βασιλική πόλη της Αλεξανδρείας της Αιγύπτου.

Μαρτυρίες για αυτήν ευρίσκουμε στα πρακτικά της εν Τρούλλω Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου.

Η αξία της θ. λειτουργίας του Μ. Βασιλείου

Ο Μέγας Βασίλειος εκτός από τις αλλαγές που έκανε στις προϋπάρχουσες λειτουργικές ευχές, προσέθεσε και κάποιες νέες δικές του με βαθύ θεολογικό περιεχόμενο. Συγκεκριμένα στην Οπισθάμβωνo ευχή που απαγγέλλει εκφωνώς ο ιερέας ενώπιον της εικόνας του Χριστού με το πέρας της Θείας Ευχαριστίας, στη Θ. Λειτουργία του Μ. Βασιλείου, ο Κύριος ονομάζεται «ὁ μόσχος ὁ ἄμωμος, ὁ μὴ δεχόμενος ἁμαρτίας ζυγὸν καὶ τυθεὶς δι' ἡμᾶς ἑκών».

Δηλαδή γίνεται αναφορά στον θυόμενο Κύριο, ο οποίος θυσιάσθηκε για τις αμαρτίες των ανθρώπων, ώστε με τη θυσία Του, να σώσει όλη την οικουμένη[4].

Επίσης, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του Μ. Βασιλείου στις προϋποθέσεις που πρέπει να έχει ο κάθε πιστός για να συμμετάσχει στο μυστήριο της θείας κοινωνίας, υπογραμμίζοντας ότι «η πίστη της ψυχής», αποτελεί «τη διάθεση και την προετοιμασία που πρέπει να έχει ο μεταλαμβάνων του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου»[5].

Προκειμένου, τώρα, να καλυφθεί από τον χορό των ιεροψαλτών ο χρόνος κατά τον οποίον διαβάζονται οι ευχές του Μεγάλου Βασιλείου από τον ιερέα, αντικαθίσταται το «Ἄξιον Ἐστί» από το «Ἐπὶ Σοὶ χαίρει Κεχαριτωμένη» ενώ τα λεγόμενα «παπαδικά μέλη» ψάλλονται αργά.

Η Θεια Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου τελείται κατά τις πέντε Κυριακές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης και του Μεγάλου Σαββάτου, την ημέρα της εορτής του Μεγάλου Βασιλείου, καθώς και την παραμονή των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων ή την κυρίως ημέρα αυτών των εορτών αν πέσουν Κυριακή ή Δευτέρα.

Εδώ σημειώνουμε και την εξής λειτουργική ιδιορρυθμία: η Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου ονομάζεται και «Εσπερινή Θεία Λειτουργία» όταν τελείται την παραμονή των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, καθώς και τη Μεγάλη Πέμπτη και το Μεγάλο Σάββατο διότι προηγείται αυτής ο εσπερινός της επομένης ημέρας και όχι ο Όρθρος.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:

Καβάσιλας Νικόλαος, κείμενο, μετάφραση, σχόλια, τοῦ Παναγιώτη Χρήστου, Φιλοκαλία τῶν ἀσκητικῶν καὶ νηπτικῶν, τὸμ. 22, Πατερικὲς ἐκδόσεις Γρηγόριος Παλαμᾶς, Θεσσαλονίκη, 1979.
Τρεμπέλα Παναγιώτου, Ἀρχαὶ καὶ χαρακτὴρ τῆς χριστιανικῆς λατρείας, ἐκδ., Ὁ ΣΩΤΗΡ, Ἀθῆναι 1962.
Φίλια Γεώργιου, Λειτουργική, τόμος Β’ , εκδ. ΓΡΗΓΟΡΗ, Αθήνα, 2016,
Φουντούλη Μ. Ἰωάννη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς Ἀπορίας, ἐκδ., Ἀποστολικὴ Διακονία, σειρά: Λογικὴ Λατρεία, Ἀθήνα 2006, τομ., Α ἕως καὶ Ε.
Φουντούλη Μ. Ἰωάννη, Τελετουργικὰ Θέματα, Εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν, ἐκδ., Ἀποστολικὴ Διακονία, σειρά: Λογικὴ Λατρεία, Ἀθήνα 2009, τομ., Α ἕως καὶ Ε.
Φουντούλη Μ. Ἰωάννη, Λειτουργική, Εἰσαγωγὴ στὴ θεία λατρεία, Θεσσαλονίκη 2000.
Βασιλείου Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, ἐκδ., ΑΣΤΕΡΟΣ, Ἀθῆναι 1978.

[1] Βλέπε Λουκᾶ, 22:19, «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν». Ἐπίσης Μάρκου14:22, 24, «Τοῦτο ἐστὶ τὸ σῶμα μου... τοῦτο ἐστὶ τὸ αἷμα μου» καθὼς καὶ Ματθαίου 26:26-27, «Λάβετε, φάγετε... Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες...».

[2] Βλέπε Μαρτύριον Περπετούης, κεφ., 4, Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, Κατήχησις, 18, 21, Μεγάλου Βασιλείου, Ἐπιστολὴ 93, Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τὰ Χριστούγεννα, 7, Τρούλλου κανὼν 101 καὶ ἄλλα.

[3] Βλέπε Βασιλείου Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, σελ., 308.

[4] Βλέπε Γεωργίου Φίλια, Λειτουργική, Τόμος Β΄, σελ.37-38

[5] Βλέπε Γεωργίου Φίλια, Λειτουργική, Τόμος Β΄, σελ. 204

 Κωνσταντίνος Χασόγιας, Θεολόγος του Ε.Κ.Π.Α