Ἡ Ἀνάσταση προσδιορίζει τήν ταυτότητα τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Ἀνθρώπου

Ἡ Ἀνάσταση  προσδιορίζει τήν ταυτότητα τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Ἀνθρώπου

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό θεμέλιο γεγονός τῆς ζωῆς μας καί τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου, ἀφοῦ τήν ἡμέρα αὐτή συνετελέσθη τό πιό σημαντικό γεγονός στή ζωή μας. Αὐτό εἶναι ἡ νίκη μας ἀπέναντι στόν θάνατο. Ὁ θάνατος ἀφαιρεῖ κάθε νόημα καί κάθε προοπτική ἀπό τόν ἄνθρωπο καί τήν ζωή του. Ἡ Ἀνάσταση ἀποτελεῖ τό γεγονός ἐκεῖνο τό ὁποῖο κρίνει τήν ποιότητα τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τήν ποιότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπου.

            Ὁ Χριστός Ἀνέστη καί Ἀνέστη ἐπειδή προηγουμένως ἀπέθανε. Ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ ἀποδεικνύει μέ τόν πιό ἀληθινό τρόπο ὅτι ὁ Χριστός ἔγινε καί ἦταν ἀληθινά ἄνθρωπος. Ὁ θάνατος ἀνήκει στήν ἀνθρώπινη φύση. Ὁ θάνατος εἶναι ὁ καρπός τῆς αὐτονομίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ζωή τοῦ Θεοῦ.  Ὁ Θεός εἶναι ἡ μόνη ζωή τοῦ κόσμου. Ὁ Θεός ΔΕΝ ὑπάρχει! Ὑπάρχω σημαίνει ἄρχω κάτω ἀπό κάποιον ἄλλον. Ὁ Θεός λοιπόν δέν ὑπ-άρχει. Στό ἐρώτημα τοῦ Μωϋσῆ «ποιό εἶναι τό ὄνομά Σου» ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπόλυτα σαφής καί ξεκάθαρη. «Ἐγώ εἰμί ὁ Ὤν». Ἐγώ εἶμαι αὐτός πού εἶναι. Αὐτή ἡ ἀπάντηση εἶναι ἡ μόνη πού μπορεῖ νά ἐξηγήσει τόν Θεό. Ἐπειδή ὁ Θεός εἶναι γι’αὐτό καί ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ὑπ-άρχει. Ἐάν ὁ Θεός δέν εἶναι τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται μή ὤν. Γι’αὐτό ἡ αὐτονομία ἀπό τό Εἶναι, ἀπό τό ὄντως Ὄν σημαίνει τήν εἰσβολή τοῦ θανάτου στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου.

            Τό ὅτι λοιπόν ὁ Χριστός ἀπέθανε σημαίνει ὅτι ἦταν πλήρης καί ἀληθής ἄνθρωπος. Γι’αὐτό καί ἀπέθανε. Τό ὅτι ὅμως ἀνέστη σημαίνει ὅτι εἶναι ἀληθῶς ὁ Θεός. Τέλειος Θεός καί τήν ἴδια στιγμή τέλειος ἄνθρωπος. Αὐτή εἶναι ἡ ταυτότητα τοῦ Χριστοῦ. Μέ τήν Ἀνάσταση Του λοιπόν ἐπιβεβαιώνει ὅτι Εἶναι. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος κατανοώντας αὐτή τήν μοναδική ἀλήθεια θά τονίσει: «ἐάν ὁ Χριστός ΔΕΝ ἀναστήθηκε, εἶναι μάταια ἡ πίστη μας καί χωρίς περιεχόμενο τό κήρυγμα μας. Ἐλᾶτε νά φᾶμε καί νά πιοῦμε γιατί αὕριο πεθαίνουμε». Ἄν δηλαδή ὁ Χριστός δέν ἀναστήθηκε εἴμαστε μή ὄντα τά ὁποῖα αὕριο θά ἐξαφανιστοῦν.

            Ἴσως κάποιος νά ρωτήσει: Καί γιατί ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νάεἶναι; Γιά τόν ἁπλό λόγο ὅτι τό τέλος του εἶναι ὁ θάνατος.Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ Χριστοῦ καί ἡ μετοχή τοῦ ἀνθρώπου σέ αὐτήν εἶναι ὁ μόνος τρόπος νά Εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Οἱ ἄνθρωποι πολλές φορές ἐνοχλοῦνται ἀπό τήν ἀλήθεια γιατί τούς φαίνεται σκληρή. Ἀλλά ἡ ἀλήθεια δέν εἶναι οὔτε σκληρή οὔτε μαλακιά, εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ποιά λοιπόν εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου χωρίς τό Θεό; ποιό εἶναι τό μέλλον του; Τό μέλλον τοῦ ἀνθρώπου χωρίς τό Θεό εἶναι ἡ σκουπιδοποίηση του. Αὐτό δέν λέγεται ὑβριστικά. Αὐτή εἶναι ἡ ὀντολογική ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος πεθαίνει γίνεται ἕνα ψόφιο κουφάρι πού θά τρέξουμε νά τόν θάψουμε γρήγορα γιατί θά μυρίζει ἀπαίσια. Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν γίνεται ἕνα «σκουπίδι».Κάποιοι καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι, γιά τούς κακοπροαίρετους δέν μέ ἐνδιαφέρει, θεώρησαν βαρειά αὐτή τήν λέξη, ἴσως καί ὑβριστική. Εἶναι ὅμως ἡ μόνη λέξη πού ἀποδίδει μέ τρόπο καίριο τήν ἀλήθεια γιά τόν ἄνθρωπο τόν αὐτονομημένο ἀπό τό Εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ἀμφιβάλλει κανείς ὅτι χωρίς τό Εἶναι τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος περιέρχεται στό τίποτα. Μά τό ὁμολογοῦν οἱ ἴδιοι. Ποιά ταυτότητα ἀποδίδουν στόν ἑαυτό τους ἐκεῖνοι πού ἀρνοῦνται τόΕἶναι τοῦ Θεοῦ; Παραδέχονται ὅτι περνοῦν στήν ἀνυπαρξία, στό μή ὄν, στήν σκουπιδοποίηση. Δέν ὑβρίζω λοιπόν τούς ἄθεους, περιγράφω τή δική τους ἀντίληψη γιά τόν ἑαυτό τους καί  ἐάν ἔχουν ἀντίρρηση ἄς ἔλθουν νά τό συζητήσουμε.

            Γι’αὐτό λοιπόν γά τήν Ἐκκλησία, ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό μοναδικό ἐκεῖνο γεγονός πού δίνει νόημα, ἀξία καί προοπτική στόν ἄνθρωπο. Οἱ ἅγιοι καί τά ἱερά τους λείψανα πού εὐωδιάζουν καί θαυματουργοῦν εἶναι ἡ φανέρωση τῆς προπτικῆς τοῦ ἀνθρώπου πού τό σῶμα του γίνεται ὄχι ἕνα ψόφιο κουφάρι, ἀλλά ἕνα ἱερό λείψανο, πού οἱ ἴδιοι δέν γίνονται μή ὄντα, οὔτε σκουπίδια,  ἀλλάΘεοί ἐν μέσω Θεῶν. Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν πού μπολιάζεται στό Σῶμα τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία Του, μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα καί  παραμένει σέ Αὐτό καί τρέφεται μέ τή ζωή τοῦ Σώματος, τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἔχει ζωή αἰώνια καί μέλλον αἰώνιο καί μεταβαίνει ἀπό τό θάνατο στή ζωή.Ὅλα αὐτά στήν Ἐκκλησία εἶναι ἐμπειρικά, δέν εἶναι ἰδεολογικά. Οἱ ἰδέες στό τέλος γίνονται ἀηδίες πού εἶναι ἀνίκανες νά χαρίσουν τήν ζωή. Στήν Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος δέν τρέφεται μέ ἰδέες, ἀλλά μέ ἀληθινή τροφή. Ἡ δυνατότητα πού τοῦ χαρίσθηκε καί ἡ ἱκανότητά του νά μετέχει στό Εἶναι ἀποτελεῖ τό μοναδικό μέτρο τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου καί τό μοναδικό νόημα, πού εἶναι νόημα ζωῆς.

Ὁ Σισανίου καί Σιατίστης Παῦλος