Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ 30 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ

 

ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΠΙ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

Ήγουν πραγματεία σύντομος

περί ετερότητος πολιτιστικής και αναρχίας φιλοθέου

του Μιχαήλ Μπερκουτάκη, Θεολόγου - Εκπαιδευτικού


"...Oι ιερές μορφές των Τριών Ιεραρχών αποτελούν για τους νέους μας, όχι μόνο φωτεινά πρότυπα ζωής, αλλά και άσειστους πυλώνες αντίστασης ενάντια στον ολοκληρωτισμό που επαγγέλλονται οι θιασώτες της Παγκοσμιοποίησης και της Νέας Τάξης Πραγμάτων..."

"... ένας από τους βασικούς μας στόχους πρέπει, να είναι η διατήρηση και η προβολή της πολιτιστικής μας ετερότητας, και αυτήν ακριβώς την ετερότητα του πολιτισμού μας διακονεί και διασώζει και η σημερινή εορτή των Τριών Ιεραρχών..."

«Πάντες οι των λόγων αυτών ερασταί, συνελθόντες ύμνοις τιμήσωμεν.

Αυτοί γαρ τη Τριάδι, υπέρ ημών αεί πρεσβεύουσιν»

Λαμπρή και ευφρόσυνη είναι η σημερινή ημέρα, κατά την οποία η Αγία μας Εκκλησία –μέσα στα πλαίσια του ετήσιου λειτουργικού της κύκλου– τιμά τους τρεις Μεγάλους Πατέρες και Διδασκάλους του γένους μας. Αναφερόμαστε, φυσικά, στους Τρεις Ιεράρχες, το Μεγάλο Βασίλειο, Αρχιεπίσκοπο Καισαρείας της Καππαδοκίας, τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, και τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, Αρχιεπίσκοπο, επίσης, Κωνσταντινουπόλεως. Λαμπρή, λοιπόν, και ευφρόσυνη η σημερινή ημέρα, και ανάλογα αισθήματα χαράς θα έπρεπε, να γεννά στις ψυχές, αυτών που τιμούν τα ιερά πρόσωπα των τριών εκφραστών της Ορθόδοξης Θεολογίας, και του ελληνικού πολιτικού, ποιητικού, και φιλοσοφικού, γενικότερα, λόγου. Δυστυχώς, όμως, την πνευματική λαμπρότητα και ευφροσύνη του φετινού μας εορτασμού σκιάζει –όχι για πρώτη φορά– το κράτος του φόβου και της αγωνίας, το οποίο συνέχει ασφυκτικά τις καρδιές όσων αναζητούν με «απαθές πάθος» μέσα στην παράδοσης του λαού μας –δηλαδή, μέσα στην πολιτιστική ταυτότητα της Ρωμιοσύνης– την απάντηση για τα ουσιώδη και αιώνια ερωτήματα της ζωής και του θανάτου, της ελευθερίας και της ισότητας, της αγάπης και της δικαιοσύνης, του πρώτου και του έσχατου, σε τελική ανάλυση, νοήματος του ανθρώπινου βίου.

Αιτία του «φθοροποιού» –και όχι «χαροποιού», όπως θα άρμοζε στην περίσταση– πένθους μας είναι το επίκαιρο αίτημα του χωρισμού της Εκκλησίας από το Νεοελληνικό Κράτος, που συχνά επανέρχεται στο προσκήνιο της πολιτικής και δημοσιογραφικής επικαιρότητας. Δεν είμαστε, φυσικά, αρμόδιοι για την επίλυση του συγκεκριμένου ζητήματος, ούτε τολμάμε, να αντιπαραβάλλουμε την προσωπική μας κρίση στα επιχειρήματα των ειδικών (επιστημόνων, δημοσιογράφων, και πολιτικών). Δεν μπορούμε, όμως, παρά να θέσουμε στους εαυτούς μας, απλά και αυθόρμητα, με ειλικρίνεια και ρεαλισμό, το ερώτημα: Θα έχει, άραγε, θέση στο εκπαιδευτικό σύστημα της πατρίδας μας η εορτή των Τριών Ιεραρχών μετά από έναν ενδεχόμενο χωρισμό της Εκκλησίας από το Νεοελληνικό Κράτος; Μήπως, τελικά, η κατάργηση του εορτασμού της μνήμης των Τριών Ιεραρχών είναι μία, ακόμη, αναπόφευκτη συνέπεια της ευρωπαϊκής πορείας της πατρίδας μας, μια θυσία του Ελληνισμού στο βωμό του νέου πολιτιστικού μορφώματος της εποχής μας, που από πολλούς χαρακτηρίζεται ως Παγκοσμιοποίηση και Νέα Τάξη Πραγμάτων; Θα συνεχίσουν, άραγε, να τιμούν τη σημερινή εορτή τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, ή –για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια ενός σύγχρονου θεολόγου– «...έχουμε το τραγικό προνόμιο, να ζούμε το ιστορικό τέλος ενός πολιτισμού που έζησε για περισσότερο από τρεις χιλιάδες χρόνια...»; Μια ενδεχόμενη καταφατική απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι η αιτία του σημερινού μας φόβου, του πένθους και της αγωνίας μας.

Είναι πιθανό, μετά τα όσα αναφέραμε, να κατηγορηθούμε ακόμη και από τους καλοπροαίρετους συνανθρώπους μας, ότι υπερβάλλουμε ή κινδυνολογούμε. Το ενδεχόμενο αυτό μας αναγκάζει, να γίνουμε σαφέστεροι, εξηγώντας συνοπτικά τους λόγους, για τους οποίους θεωρούμε σημαντική και ουσιώδη την παρουσία της εορτής των Τριών Ιεραρχών μέσα στα πλαίσια των επίσημων εορτών του εκπαιδευτικού μας συστήματος, και αφήνοντας την αποτίμηση της σκέψης μας στην προσωπική κρίση και εκτίμηση των ακροατών μας.

Α. Κατά πρώτο, λοιπόν, λόγο εκτιμάμε, ότι ένας από τους βασικούς στόχους της πατρίδας μας –κατά τη δύσκολη, από κάθε άποψη, πορεία της μέσα στο σύγχρονο κόσμο– πρέπει να είναι η διατήρηση και η προβολή της πολιτιστικής μας ετερότητας. Σε αντίθετη περίπτωση καραδοκεί ο ενδεχόμενος κίνδυνος της πολιτιστικής και, κατά συνέπεια, εθνικής μας αφομοίωσης από λαούς, που είτε υπερτερούν πληθυσμιακά και τεχνολογικά, είτε υπερέχουν με βάση την πολιτική και οικονομική τους δύναμη. Ο Ελληνισμός, ως πολιτιστικό και εθνικό μέγεθος, επέζησε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας για περισσότερους από τέσσερις αιώνες χωρίς «σύνορα», γιατί οι υπόδουλοι Έλληνες ήξεραν πολύ καλά, ότι τα σύνορα του Ελληνισμού διασώζονταν μέσα στην ετερότητα της πολιτιστικής τους παράδοσης. Τα «σύνορα» του Ελληνισμού βρίσκονταν στη χρήση της ελληνικής γλώσσας, στη λατρευτική πράξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στην αργία της Κυριακής, στον καθορισμό της ημερομηνίας του εορτασμού του Πάσχα. Αυτά ήταν τα πραγματικά «όρια», που διέκριναν με ασφάλεια το Ρωμιό από τον αλλόπιστο Τούρκο και τον αλλόδοξο Φράγκο. Δεν είναι, εξάλλου, τυχαίο, το ότι στη συνείδηση του λαού μας η απώλεια της Ορθόδοξης Πίστης σήμαινε, ταυτόχρονα, την απώλεια και της εθνικής συνείδησης, όσων υπέκυψαν, τελικά, στον πειρασμό του εξισλαμισμού (ο τάδε Τούρκεψε, δηλαδή εξισλαμίστηκε, λεγόταν χαρακτηριστικά). Αυτή, ακριβώς, η πολιτιστική ετερότητα είναι, κατά την ταπεινή μας κρίση, η ασφαλιστική δικλείδα, πάνω στην οποία θα έπρεπε, να στηριχθεί η προάσπιση του Ελληνισμού στο σύγχρονο κόσμο, και αυτήν ακριβώς την ετερότητα του πολιτισμού μας διακονεί και διασώζει η «ασύγχυτη και άτρεπτη», αλλά, ταυτόχρονα, «αδιαίρετη και αχώριστη», ένωση του Ελληνισμού με την Ορθοδοξία μέσα στα στενά –σε σχέση με το πραγματικό μεγαλείο του πολιτισμού της Ρωμιοσύνης– ιστορικά πλαίσια του Νεοελληνικού κράτους. Αυτήν, ακριβώς, την ετερότητα του πολιτισμού μας διακονεί και η σημερινή εορτή των Τριών Ιεραρχών.

Β. Ένας ακόμη λόγος, που καθιστά σημαντική την παρουσία της εορτής των Τριών Ιεραρχών μέσα στα πλαίσια των επίσημων εορτών του εκπαιδευτικού μας συστήματος, είναι και η ανάγκη προβολής, κυρίως προς τους νέους ανθρώπους (όπως οι μαθητές και οι μαθήτριες των σχολειών μας), υψηλών προτύπων ζωής και δημιουργίας. Ζούμε, δυστυχώς, σε μια εποχή πνευματικού κατήφορου, που τα ποικιλώνυμα σκουπίδια του έντυπου, τηλεοπτικού, και ηλεκτρονικού λόγου απειλούν, κυριολεκτικά, να μας πνίξουν. Ζούμε σε μια εποχή, που προβάλλει, δοξάζει, και ιεροποιεί τις τυχάρπαστες και παρακμιακές φυσιογνωμίες των πρωταγωνιστών των διάφορων Reality shows. Ζούμε σε μια εποχή, που φιλοδοξεί να στερήσει από το σύγχρονο άνθρωπο –στο όνομα μιας κακώς εννοούμενης ανταγωνιστικότητας και εξειδίκευσης– το δικαίωμα της ελεύθερης και κριτικής σκέψης, το δικαίωμα, σε τελική ανάλυση, του αυτοπροσδιορισμού της προσωπικότητας και της ιστορικής του μοίρας. Σε μια τέτοια, λοιπόν, εποχή οι ιερές μορφές των Τριών Ιεραρχών, ως ανθρώπων που αγάπησαν και υπηρέτησαν με πάθος την παιδεία και τα γράμματα, ως ανθρώπων που συνδύασαν με άριστο τρόπο την επιστημονική γνώση και την αγιότητα (νοούμενη ως Θέωση, κατά την Παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας), ως ανθρώπων που ένωσαν τη Θεολογία της Εκκλησίας με το μέγιστο πνευματικό δημιούργημα της παγκόσμιας ιστορίας, δηλαδή την πολιτιστική παράδοση του Ελληνισμού, ως ανθρώπων, τέλος, που αγωνίστηκαν σθεναρά για την επικράτηση της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης στις ανθρώπινες κοινωνίες, αποτελούν για τους νέους μας, όχι μόνο φωτεινά πρότυπα ζωής, αλλά και άσειστους πυλώνες αντίστασης ενάντια στον ολοκληρωτισμό της νέας εποχής, που επαγγέλλονται οι θιασώτες της Παγκοσμιοποίησης και της Νέας Τάξης Πραγμάτων.

Ας παρακαλέσουμε, λοιπόν, όλοι μαζί τους Τρεις Μεγάλους Πατέρες και Οικουμενικούς Διδασκάλους του γένους μας, που σήμερα εορτάζουν, να σκεπάζουν με τις Θεόδεκτες προσευχές και πρεσβείες τους τις μαθήτριες και τους μαθητές των σχολείων της πατρίδας μας, αλλά και ολόκληρο το γένος των Ορθόδοξων Χριστιανών, και να μας αξιώνουν, να τους τιμάμε με καθαρή καρδιά –όχι μόνο εμείς, αλλά και τα παιδιά μας, και τα παιδιά των παιδιών μας– κάθε χρόνο τέτοια ημέρα «εις αιώνας αιώνων».

Μπερκουτάκης Μιχαήλ Θεολόγος - Εκπαιδευτικός (Πηγή:http://agiameteora.net)

 

Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΩΣ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

 

 

Το σημερινό αναστάσιμο φως της του Κυρίου ημέρας της 30ης του μηνός Ιανουαρίου, εκλαμπρύνεται και ομολογείται, συνδοξολογείται και συνεορτάζεται με τους «Τρεις Μεγίστους Φωστήρας, της Τρισηλίου Θεότητος, ου μην αλλά, και της ορθόδοξης θεολογίας, της χριστιανικής φιλοσοφίας, της οικουμενικής παιδαγωγίας, της θυσιαστικής διακονίας, της οιακόστροφης ποιμαντορίας, τους εραστές του λόγου και της μελιρρύτου ποιητικής μεγαλουργίας, «Βασίλειον τον Μέγαν και τον Θεολόγον Γρηγόριον συν τω κλεινώ Ιωάννη τω την γλώτταν χρυσορρήμονι»,  συνελθόντες εδώ και τώρα, με ύμνους  και με λόγους ας  τιμήσουμε, γιατί και Αυτοί, για μας πάντοτε ενδιαφέρονται.

Ὁ Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε στὴν Καισαρεία τῆς Καππαδοκίας τὸ 330. Οἱ γονεῖς του Βασίλειος καὶ Ἐμμέλεια, μαζὶ μὲ τὴ γιαγιά του Μακρίνα, φρόντισαν νὰ γεμίσουν τὴν ψυχή του μὲ εὐσέβεια καὶ ἀγάπη γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Σπούδασε στὶς πιὸ ὀνομαστὲς σχολὲς τῆς ἐποχῆς του, μὲ ἀποκορύφωμα τὶς φιλοσοφικὲς σχολὲς τῶν Ἀθηνῶν. Ἐκεῖ, μαζὶ μὲ τὸ φίλο του Γρηγόριο τὸ Ναζιανζηνό, σπούδασε τέσσερα χρόνια (351- 355) φιλοσοφία, νομικά, ρητορική, γεωμετρία, ἀστρονομία, μουσικὴ καὶ ἰατρική. Τὸ 370 ἐκλέχτηκε ἀρχιεπίσκοπος Καισάρειας τῆς Καππαδοκίας. Τότε ἀρχίζει ἕνα καταπληκτικὸ κοινωνικὸ ἔργο. Ἵδρυσε τὴν περίφημη «Βασιλειάδα», ἕνα τεράστιο συγκρότημα εὐποιΐας, τὸ ὁποῖο περιελάμβανε νοσοκομεῖο, ὀρφανοτροφεῖο, πτωχοκομεῖο, ἐπαγγελματικὲς σχολές, κ.λ.π. Ταυτόχρονα ἀνέπτυξε τεράστια ποιμαντικὴ καὶ συγγραφικὴ δράση. Ὑπῆρξε δεινὸς θεολόγος, μέγας συγγραφέας, τοῦ ὁποίου τὸ ἔργο εἶναι μέχρι σήμερα πρωτοπόρο. Ἐξαιτίας τοῦ φιλάσθενου ὀργανισμοῦ του καὶ τοῦ ἀφάνταστου κόπου τοῦ ἔργου του πέθανε νέος 49 ἐτῶν στὶς 31 Δεκεμβρίου τοῦ 378.

Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γεννήθηκε τὸ 329 στὴν Ναζιανζὸ τῆς Καππαδοκίας. Ὁ πατέρας του Γρηγόριος καὶ ἡ μητέρα του Νόννα, εὔποροι ὄντες, ἔδωσαν μεγάλη μόρφωση μὰ καὶ εὐσέβεια στὸ παιδί τους. Φοίτησε στὶς ὀνομαστὲς σχολὲς τῆς Καισάρειας τῆς Καππαδοκίας, τῆς Καισάρειας τῆς Παλαιστίνης, τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ τῶν Ἀθηνῶν. Ὅπως ἀναφέραμε, ἐκεῖ γνωρίστηκε μὲ τὸν Βασίλειο. Ὅταν ὁλοκλήρωσε τὶς σπουδές του γύρισε στὴν Ναζιανζὸ καὶ προτίμησε νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας. Μόνασε γιὰ ἕνα χρόνο μαζὶ μὲ τὸ Βασίλειο στὸνἼρη ποταμὸ τοῦ Πόντου καὶ στὴ συνέχεια χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Σασίμων. Τὸ 379 σύνοδος ἐπισκόπων τῆς Ἀντιόχειας ἀποφάσισε νὰ μεταβεῖ ὁ Γρηγόριος στὴν Κωνσταντινούπολη προκειμένου νὰ ἀντιμετωπισθεῖ ἡ ἀρειανικὴ λαίλαπα στὴν Βασιλεύουσα. Τὸ 380 ἀναδείχτηκε ἀρχιεπίσκοπος τῆς Κωνσταντινούπολης χωρὶς οὐσιαστικὰ νὰ τὸ ἐπιθυμεῖ. Ὅταν κάποιοι ἀμφισβήτησαν τὴν ἐκλογή του γιὰ τυπικοὺς λόγους παραιτήθηκε καὶ ἐπέστρεψε στὴν Καππαδοκία, ζώντας τὸ ὑπόλοιπο τοῦ βίου του μὲ προσευχή, ἄσκηση, φιλανθρωπία καὶ ἡσυχία. Συνέγραψε τεράστιο θεολογικὸ καὶ ποιητικὸ ἔργο. Πέθανε στὶς 25 Ἰανουαρίου τοῦ 390.

Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γεννήθηκε στὴν Ἀντιόχεια τὸ 354. Ὁ πατέρας του ἦταν εἰδωλολάτρης, τὸν ὁποῖο μετέστρεψε στὸν Χριστιανισμὸ ἡ σύζυγός του καὶ μητέρα τοῦ Ἰωάννη, Ἀνθοῦσα. Ἀφοῦ ὁλοκλήρωσε τὴν ἐγκύκλιο μόρφωσή του, προσκολλήθηκε στὸν ὀνομαστὸ εἰδωλολάτρη Λιβάνιο ὥστε νὰ συμπληρώσει τὶς σπουδές του στὴ ρητορικὴ καὶ στὴ φιλοσοφία. Ἀμέσως μετὰ σπούδασε Θεολογία στὴν ὀνομαστὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Ἀντιόχειας. Ἄσκησε γιὰ λίγο χρόνο τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ρήτορα, στὸ ὁποῖο σημείωσε μεγάλη ἐπιτυχία. Τὸ 380 χειροτονήθηκε διάκονος καὶ τὸ 385 πρεσβύτερος στὴν Ἀντιόχεια Τὸ 398 ὁδηγήθηκε παρὰ τὴ θέλησή του νὰ ἀναλάβει τὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ξεκίνησε τὸ ξεκαθάρισμα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἔφτασε μέχρι τὰ ἀνάκτορα καὶ ἰδιαίτερα στηλίτευσε τὴν διεφθαρμένη αὐτοκράτειρα Εὐδοξία. Ἦρθε σὲ ρήξη μὲ τοὺς ἰσχυροὺς τοῦ χρήματος καὶ τῆς κρατικῆς ἐξουσίας. Ὅλοι αὐτοὶ κατόρθωσαν ἀκόμα καὶ μὲ ἀπόφαση ψευδοσυνόδου ( Ἱέρειας τοῦ 407) νὰ ἐξοριστεῖ δυὸ φορὲς στὸν Πόντο. Στὶς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 407 δὲν ἄντεξε τὶς κακουχίες καὶ πέθανε καθ’ ὁδὸν στὰ βάθη τῆς Ἀρμενίας. Τὸ ἔργο τοῦ Ἰωάννη ὑπῆρξε τεράστιο. Τὸ συγγραφικό του ἔργο κολοσσιαῖο. Ἡ κοινωνική του προσφορὰ ἀνεκτίμητη.

Οἱ τρεῖς ἱεράρχες ἔχουν καθιερωθεῖ ὡς οἱ προστάτες τῶν γραμμάτων καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ἀπὸ τὸν 10ο κιόλας αἰώνα ἀπὸ τὸν φωτισμένο ἐπίσκοπο Εὐχαΐτων Ἰωάννη Μαυρόποδα. Ἐκεῖνος εἶχε βάλει τέλος στὴν ἱερὴ διαμάχη στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ ποιός ἀπὸ τοὺς τρεῖς Ἱεράρχες ὑπῆρξε ὁ πιὸ σπουδαῖος. Τέτοια ἦταν ἡ ἐπίδραση τῶν μεγάλων αὐτῶν προσωπικοτήτων στὴ συνείδηση τῶν πιστῶν! Ἔτσι ἀπὸ τότε στὴν ἱερὴ κοινὴ μνήμη τους (30 Ἰανουαρίου) μαζὶ μὲ αὐτοὺς τιμῶνται τὰ γράμματα καὶ ἑορτάζουν οἱ παράγοντες τῆς παιδείας, διδάσκοντες καὶ διδασκόμενοι.  Δίκαια οι τρεις αυτοί μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, οι Τρεις Ιεράρχες, συγκαταλέγονται ανάμεσα στους θεμελιωτές της χριστιανικής πίστης και της ορθόδοξης  θεολογίας, με οικουμενική διάσταση και προοπτική, ως προς την ιστορική της  παρουσία, διότι  κατά κύριο λόγο,  οι Τρεις Ιεράρχες είναι αυτοί που συνέδεσαν την πίστη και τη θεολογία, με τον πολιτισμό και την παιδεία στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.

Η σημαντικότητα της σημερινής εορτής, είναι η σύνδεση των Τριών Ιεραρχών, με την Παιδεία και ιδιαίτερα με την Ελληνική Παιδεία, δηλαδή, με την καλλιέργεια του πνεύματος και της γνώσης, μέσα από τις αισθήσεις και τις εμπειρίες του ανθρώπινου νου, στην ιστορία του και στον πολιτισμό του. Αυτή η σύνδεση των Τριών Ιεραρχών με την εορτή των Γραμμάτων και της  Ελληνικής Παιδείας, δεν πρέπει να θεωρείται, ως ένα νεωτεριστικό ιδεολόγημα ή ως ένας εθνοκεντρικός συμβολισμός,  αλλά ως κάτι το βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Ως απόρροια, δηλαδή, μιας βαθύτερης πνευματικής και πολιτισμικής σχέσης και όχι σε αυτή την πορεία της μεταμοντέρνας κοινωνίας μας, του  «παγκόσμιου οικουμενικού χωριού», που δεν αναγνωρίζεται πλέον ως λόγος η ύπαρξη της αντικειμενικής και απόλυτης Αλήθειας, αλλά θεοποιείται η υποκειμενικότητα και σχετικοποιείται ακόμα και αυτή η οντολογική πραγματικότητα.

Και το ερώτημα που τίθεται είναι: Πώς θα πάμε μπροστά, πώς θα προοδεύσουμε, όταν  σκεπτόμαστε μόνο ωφελιμιστικά και χρησιμοθηρικά; Όταν έχουμε αποκτήσει μια νοοτροπία που διαποτίζει όλο το είναι  της ζωής μας, αναπόφευκτα   επηρεάζει και  την Παιδεία, αφού πλέον επενδύουμε, σε μια τεχνοκρατική και χρησιμοθηρική εκπαίδευση, η οποία αποθεώνει την ποσοτική πληροφόρηση και την εργαλειακή γνώση, ως  μοχλούς προσωπικής και κοινωνικής ανάπτυξης, μιας ανάπτυξης που παραγνωρίζει  επικίνδυνα την κριτική σκέψη και την πνευματική καλλιέργεια, με αποτέλεσμα, να αλλοιώνεται και να αλλοτριώνεται η ταυτότητα και η ιστορική συνείδηση αυτής της  Χώρας και του λαού της με έναν πολιτισμό οικουμενικής εμβέλειας.

Είναι γεγονός, ότι οι μεγάλες μορφές της ιστορίας δεν ανήκουν μόνο στους λαούς από τους οποίους προέρχονται,  αλλά σε όλο τον κόσμο και η παρουσία του πνεύματός τους είναι διαχρονική και οικουμενική.  Συνεπώς και οι μεγάλες πατερικές μορφές της Εκκλησίας και η θετική τους  συμβολή στην ιστορία και τον πολιτισμό ανήκουν σε όλο τον κόσμο, γιατί το έργο τους έχει καθολική σημασία και οικουμενική σπουδαιότητα.

Η ελληνικότητα και η ορθόδοξη χριστιανική πίστη απετέλεσαν για όλους τους Πατέρες της Ορθοδοξίας και ιδιαίτερα για τους Τρεις Ιεράρχες τους βασικούς άξονες της οικουμενικότητάς τους.

Οι Τρεις Ιεράρχες δεν εξέφρασαν μόνο μια βαθιά πίστη, ούτε απλώς διέθεταν μια γόνιμη θεολογική σκέψη, αλλά ήσαν άριστοι γνώστες της ουσιαστικής ελληνικής σοφίας και παιδείας. Μιας Παιδείας που δεν σημαίνει κατάκτηση γνώσεων, αλλά καλλιέργεια της ανθρώπινης ψυχής, κυρίως με  την αγωγή των νέων και των παιδιών, ώστε «ομοιωθήναι Θεώ κατά το δυνατόν ανθρώπου φύσει. Ομοίωσις δε ουκ άνευ γνώσεως, η δε γνώσις ουκ εκτός των διδαγμάτων», διδάσκει ο Μέγας Βασίλειος (Ε.Π.Μ. 32,69Β).

Για τους Τρείς Μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, ουσία της παιδείας είναι η αγωγή και δεν νοείται αγωγή χωρίς «πνευματικά μαθήματα» και «επιμέλεια ψυχής»«Ότι των οικείων αμελούμεν παίδων, και των μεν κτημάτων αυτών επιμελούμεθα, της δε ψυχής αυτών καταφρονούμεν, εσχάτης ανοίας πράγμα» (Ε.Π.Μ. 51,327), προειδοποιεί ο Χρυσόστομος, ο οποίος, ως γνωστό, υπήρξε από τους άριστους μαθητές του μεγάλου Δασκάλου της Αντιοχείας Λιβάνιου.

Το ενδιαφέρον των Τριών Ιεραρχών, για την κατά Χριστόν αγωγή της ψυχής, δεν υποτιμά τη σημασία των γνώσεων ή την σπουδαιότητα των γραμμάτων. Απλά ιεραρχούν τις ανάγκες του ανθρώπου, δίνοντας έμφαση πρώτα στο πνεύμα και μετά στο σώμα, πρώτα η αγωγή και μετά η γνώση.

Ο Ιερός Χρυσόστομος θέλοντας να προλάβει ενδεχόμενες παρεξηγήσεις, λέγει: «…μη τις νομιζέτω νομοθετείν αμαθείς τους παίδας γίνεσθαι…Ου κωλύων παιδεύειν λέγω, αλλά κωλύων εκείνοις μόνοις προσέχειν». (Ε.Π.Ε. 28, 518-20), ενώ αλλού λέγει: «Η παιδεία μετάληψις αγιότητος εστι» (Ε.Π.Ε. 25, 282). Να τι ύψος αλλά και τι νόημα δίνουν στην Παιδεία οι «μυσταγωγοί της Παιδείας, οι Μέγιστοι Τρεις Ιεράρχες.

Ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος είναι γνωστοί στην πατερική θεολογία, ως μεγάλοι συστηματικοί και δογματικοί  θεολόγοι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι Τρεις Ιεράρχες, αποδείχθηκαν οι πλέον κατάλληλοι θεμελιωτές της σύζευξης της ελληνικής παιδείας με τα διδάγματα της χριστιανικής και  δη της ορθόδοξης θεολογίας.  Στους Τρεις Ιεράρχες συναντούμε το συνδυασμό του ορθού λόγου και της ορθής πίστης. Έχουμε τη ζεύξη και τη σύνθεση των μεγάλων πνευμάτων της αρχαιοελληνικής σοφίας με τον αποκαλυπτικό χριστιανικό λόγο της Αγίας Γραφής και της πατερικής παράδοσης.

Η Ανατολή και η Δύση συναντώνται στη ζωή και στο έργο των Τριών Ιεραρχών, οι οποίοι θήτευσαν και μεγαλούργησαν  σ’ αυτόν τον ελληνοχριστιανικό διπολισμό και προέβαλαν στην ιστορία την ελληνορθόδοξη παιδεία. Προσέγγισαν, δηλαδή, το χώρο της παιδείας και της ζωής του ανθρώπου με ιερότητα και καταπιάστηκαν με υπευθυνότητα στα σπουδαιότερα προβλήματα της εποχής τους, διότι δίδασκαν «Τον δε παιδεύοντα, ου διά ρημάτων μόνον, αλλά διά πραγμάτων παιδεύειν χρή», λέει ο Ιερός Χρυσόστομος (Ε.Π.Ε.14,554).

Ο Χριστιανισμός, ως πρόταση ζωής και ιστορίας, ιδιαίτερα στην ορθόδοξη οικουμενική του διάσταση και προοπτική, είναι σύνθεση των υγιών στοιχείων του ελληνισμού με τον σωτηριολογικό στόχο της διδασκαλίας του αναστημένου Χριστού.  Αυτό σημαίνει, ότι δεν μπορεί να κατανοηθεί και να βιωθεί σωστά η ορθοδοξία, χωρίς και τα δύο αυτά μεγέθη, που είναι ο Ελληνισμός και ο Χριστιανισμός.

Ο μεγάλος ακαδημαϊκός δάσκαλος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, αν και Ρώσος στην καταγωγή, τονίζει με έμφαση, ότι η Ορθόδοξη θεολογία και το ορθόδοξο πνευματικό ήθος δεν είναι δυνατό, να κατανοηθούν σωστά έξω και πέρα από τη θαυμαστή σύνθεση του ελληνικού και του χριστιανικού στοιχείου και δίδασκε και ερμήνευε το Χριστιανισμό περισσότερο ως εμπειρία ζωής και λιγότερο ως θρησκευτικό φαινόμενο. Αυτήν ακριβώς την αλήθεια δίδαξαν πρώτοι με ένα γόνιμο και οικουμενικό πνεύμα οι Τρεις Ιεράρχες. Γι’ αυτό ακριβώς η δημιουργική τους παρέμβαση και η προσφορά τους στα θέματα Παιδείας είναι καθοριστική και καταλυτική. Μελέτησαν τα Αρχαία Ελληνικά κείμενα και δίδαξαν στους νέους πώς να ωφελούνται από αυτά. Διακήρυξαν ότι σκοπός της παιδείας είναι πρωτίστως η διάπλαση ήθους, η διαμόρφωση ανθρωπίνων χαρακτήρων, εξ ου και ο όρος :μόρφωση.

Στα κείμενά τους ομιλούν για την ουσιαστική αγωγή της ψυχής, για την καλλιέργεια του πνεύματος, για το σωφρονισμό του ανθρώπου και των λαών. Σκοπός της Παιδείας είναι «η της ψυχής αγωγή», η αυτοεξέταση και η αυτογνωσία, στην ουσιαστική της μορφή, το «γνώθι σ’ εαυτού την φύσιν», λέγει ο Μ. Βασίλειος.  Ο δε ιερός Χρυσόστομος λέγει, ότι «η κατ’ ουσίαν παιδεία δεν γίνεται δια ρημάτων μόνον, αλλά και δια πραγμάτων». Δηλαδή, δεν παράγεται παιδεία με ωραία μεθοδολογική διδασκαλία από εμάς τους δασκάλους, χωρίς την έμπρακτη  συμπεριφορά μας και την αγάπη μας στους μαθητές μας. Αλλά, και ο  άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος είναι πιο σκληρός και πιο απαιτητικός, ως προς τη συνέπεια λόγων και έργων από τους φορείς της παιδείας και της αγωγής.  «…μισώ διδάγματα οις ενάντιος ο βίος είναι».

Η ιστορία, αλλά και η καθημερινή πράξη στη ζωή αποδεικνύει, την ορθή σκέψη των Τριών Ιεραρχών, καθώς και την ορθολογική εκτίμηση της γόνιμης και θετικής παρέμβασής τους σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής, της πνευματικής, της πολιτισμικής και της εκκλησιαστικής ζωής.  Η επιλογή των Τριών Ιεραρχών για τον εορτασμό των Ελληνικών και των Χριστιανικών Γραμμάτων κατανοείται από τη σύνθεση της προσφοράς του έργου τους.  Η σημερινή  εορτή των Τριών Ιεραρχών, σημαίνει πάνω απ’ όλα πληρότητα στη σύνθεση και στη συνεννόηση. Οι πνευματικές τους παρακαταθήκες είναι πολυτιμότατα κεφάλαια, διότι υπενθυμίζουν σε όλους μας, ότι η αυτονόμηση του ανθρώπου από το Θεό, η πνευματική λοξοδρόμηση, είναι η γενεσιουργός αιτία, όχι μόνο της προσωπικής, αλλά και της κάθε πολυεπίπεδης κρίσης, που βιώνουμε διαχρονικά ως κοινωνία.

Τιμούμε, λοιπόν,  με ευθύνη και καθήκον τους Τρεις Ιεράρχες, που διακρίθηκαν και αναγνωρίστηκαν παγκοσμίως, ως πρότυπα ανανέωσης και αναμόρφωσης σε όλα τα επίπεδα του κοινωνικού και του πολιτισμικού χώρου και διέδωσαν και διέσωσαν ταυτόχρονα στην οικουμένη το πνεύμα της ελληνικής σοφίας και της ελληνικής σκέψης. Ακράδαντη πίστη τους ήταν ότι δεν σώζει, ούτε λυτρώνει, ο επικριτικός, τυπολατρικός, φαρισαϊκός, πολιτικός, τεχνοκρατικός και φιλοσοφικός  λόγος, αλλά μόνο ο Υιός και Λόγος του Θεού.

Η μνήμη των Τριών Ιεραρχών δεν είναι μόνο γιορτή της Εκκλησίας, είναι γιορτή αφιερωμένη και στην Ελληνική Παιδεία μια Παιδεία, η οποία έχει θεμελιώδεις αξίες   και απύθμενη ιερότητα, και δεν έχει κανείς το δικαίωμα να μη σέβεται και περισσότερο δεν έχει τα δικαίωμα κανείς, να τη βεβηλώνει, με πράξεις και ενέργειες, που αλλοιώνουν και αλλοτριώνουν το ήθος και το περιεχόμενο της, καθώς τονίζει και ο  Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, λέγοντας «μισώ διδάγματα, οις ενάντιος ο βίος είναι».

Αποδίδουμε σήμερα τιμή στους προφήτες, στους διδασκάλους και στους θεμελιωτές της οικουμενικής αναγνώρισης της  διαχρονικής Ελληνικής σοφίας, του διαχρονικού Ελληνικού πνεύματος, του διαχρονικού Ελληνικού ιδεώδους, καθώς και της άχρονης και εκ Θείας Αποκαλύψεως Χριστιανικής Διδασκαλίας. Οἱ τρεῖς αὐτοὶ μεγάλοι «φωστῆρες τῆς τρισηλίου Θεότητος» πρέπει νὰ εἶναι καὶ στὶς ἀσέληνες σκοτεινὲς μέρες μας φωτεινὰ ὁρόσημα καὶ πνευματικοὶ δεῖκτες τόσο ὅλων τῶν παραγόντων τῆς παιδείας ὅσο καὶ ὅλων τῶν σκεπτόμενων ἀνθρώπων. Ὁ πνευματικὸς ἀποπροσανατολισμὸς καὶ ἡ πολιτιστικὴ πενία τῆς ἐποχῆς μας ἐπιβάλλει νὰ στραφοῦμε στὶς καθάριες πνευματικὲς πηγὲς τῶν προγόνων μας, νὰ ἐνστερνιστοῦμε τὶς διαχρονικὲς ἰδέες τους ὅπως αὐτὲς καλλιεργήθηκαν μέσα στὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας, ὥστε νὰ μπορέσουμε νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸ πνευματικὸ τέλμα ποὺ μᾶς ἐγκλώβισε ἡ σύγχρονη ἀπολυτοποίηση τῆς τεχνολογίας σὲ βάρος τοῦ πνευματικοῦ πολιτισμοῦ.

Τιμούμε σήμερα εν ύμνοις και λόγοις Τους Τρεις Μεγίστους Φωστήρας της Τρισηλίου Θεότητος».

 

Τιμούμε σήμερα εν ύμνοις και λόγοις «τους την οικουμένην ακτίσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας».

 

Τιμούμε σήμερα εν ύμνοις και λόγοις «τους μελιρρύτους ποταμούς της σοφίας».

 

Τιμούμε σήμερα εν ύμνοις και λόγοις «τους την κτίσιν πάσαν θεογνωίαν νάμασιν καταρδεύσαντας».

 

Τιμούμε σήμερα εν ύμνοις και λόγοις «Βασίλειον τον Μέγαν και τον Θεολόγον Γρηγόριον συν τω κλινώ Ιωάννην τω τη γλώτταν χρυσορήμονι».

 

Τιμούμε σήμερα εν ύμνοις και λόγοις και θα είμαστε «Πάντες οι των λόγων αυτών ερασταί»

 

Τιμούμε, τέλος σήμερα εν ύμνοις και λόγοις διότι,  «Αυτοί, τη Τριάδι υπέρ ημών πρεσβεύουσιν νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».

ΑΜΗΝ!(Πηγή:blogs.sch.gr)

 

 

 
Απολυτίκιο των Τριών Ιεραρχών
Τους τρεις μεγίστους φωστήρας, της Τρισηλίου Θεότητος, τους την οικουμένην ακτίσι, δογμάτων θείων πυρσεύσαντας· τους μελιρρύτους ποταμούς της σοφίας, τους την κτίσιν πάσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας· Βασίλειον τον μέγα, και τον θεολόγον Γρηγόριον, συν τω κλεινώ Ιωάννη, τω την γλώτταν χρυσορρήμονι· πάντες οι των λόγων αυτών ερασταί, συνελθόντες ύμνοις τιμήσωμεν· αυτοί γαρ τη Τριάδι, υπέρ ημών αεί πρεσβεύουσιν.
 
Όλοι όσοι θαυμάζουμε τους λόγους των τριών μεγάλων Φωστήρων της τρισυπόστατης θεότητας, δηλαδή το Μέγα Βασίλειο, το Γρηγόριο το θεολόγο και τον ξακουστό Ιωάννη που το στόμα του έβγαζε χρυσάφι, ας τους τιμήσουμε με ύμνους. Γιατί αυτοί φώτισαν την οικουμένη με θείες διδασκαλίες. Γιατί σαν ποταμοί σοφίας πότισαν όλη την κτίση με τα άγια νερά της θεογνωσίας, και γιατί αυτοί μεσολαβούν και παρακαλούν πάντα την Αγία Τριάδα για μας.(Πηγή:http://anastasiosk.blogspot.gr)